Ο Ρόλος της Γυναίκας στην Οικογένεια και στην Εργασία Επιπτώσεις στην υγεία των γυναικών

Από τον Ηλία Δ. Ασπρούκο

Περιβαλλοντολόγο

Η κοινωνική προσαρμογή του κοινωνικού ρόλου των φύλων, δηλαδή η διαδικασία μέσα από την οποία μαθαίνουμε τους ρόλους μας, είναι αδιάκοπη από τη γέννηση ως στο θάνατο και ξεκινάει από το σπίτι, συνεχίζεται στο σχολείο και αργότερα στην εργασία και επεκτείνεται στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.

Οι κοινωνικοί ρόλοι των δυο φύλων έχουν παρουσιάσει διαφορές κατά καιρούς και από τόπο σε τόπο με ένα όμως σταθερό χαρακτηριστικό: Σχεδόν σε κάθε κοινωνία οι γυναίκες έχουν θεωρηθεί ως κατώτερες από τους άντρες. Δηλαδή οι οργανωτικοί ρόλοι που έχουν οι άντρες αποτελούν τους σημαντικούς ρόλους στην εργασία και την κοινωνία. Οι γυναίκες που κοινωνικά είχαν οριστεί ως τροφοί και υπεύθυνες για τη στήριξη της οικογένειας και τη φροντίδα του σπιτιού, έπαιξαν αυτό το ρόλο με μια άλλη «ενδυμασία» στο χώρο της εργασίας του 20ου αιώνα παρέχοντας βοήθεια στο συνάνθρωπο ως νοσοκόμες, γραμματείς, πωλήτριες και δημοδιδασκάλισσες. Τα κορίτσια του γυμνασίου σπάνια διαλέγουν να σπουδάσουν μηχανικοί, μια που η μηχανική δεν συμπίπτει με το ρόλο του θηλυκού όπως η νοσηλευτική δεν συμπίπτει με τον ρόλο του αρσενικού (Koziara et.al.1989).

Μετά την εμφάνιση του σύγχρονου φεμινιστικού κινήματος, οι έρευνες προσανατολίστηκαν στη συστηματική μελέτη των μηχανισμών που «κατασκευάζουν» γυναίκες και άνδρες προσδίδοντας διαφορετικά χαρακτηριστικά στα δύο βιολογικά φύλα. Στο πλαίσιο αυτό, σημαντικοί τομείς της κοινωνικής πραγματικότητας (η απασχόληση, η εκπαίδευση, η πολιτική κ.λπ.) μελετήθηκαν από τη σκοπιά του ρόλου τους στην αναπαραγωγή, την ενίσχυση ή την αποδυνάμωση των εξουσιαστικών σχέσεων ανάμεσα στα φύλα.

Η ύπαρξη ενός συστήματος βιολογικού/κοινωνικού φύλου θα μπορούσε να οδηγήσει θεωρητικά σε κοινωνίες στις οποίες θα κυριαρχούσαν οι γυναίκες ή τα φύλα θα ήταν ισότιμα. Όμως, σε όλες τις γνωστές κοινωνίες αναπτύχθηκε ένα σύστημα κοινωνικής ιεραρχίας του φύλου, στο οποίο υπερέχουν οι άνδρες. Αυτό το σύστημα ονομάστηκε πατριαρχία και ορίστηκε ως: «Ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων με υλική βάση, όπου υπάρχουν σχέσεις ιεραρχίας και αλληλεγγύης ανάμεσα στους άνδρες, σχέσεις που τους επιτρέπουν στη συνέχεια να κυριαρχήσουν πάνω στις γυναίκες» (Hartmann, 1979).

Γενικότερα, οι θέσεις των ανδρών παραμένουν παραδοσιακές καθότι οι άνδρες τείνουν να πιστεύουν πως είναι καλύτερα για όλους οι άνδρες να εργάζονται έξω από το σπίτι και οι γυναίκες να αναλαμβάνουν την επιμέλεια του σπιτιού και τις οικογενειακές υποχρεώσεις.

Ο Ρουσσώ (1976) υποστηρίζει ότι, οι εργαζόμενες μητέρες είναι «εξουσιοδοτημένες» με την μητρότητα με την οποία ιδιαιτέρως βαρύνονται περιγράφοντας τις καλές μητέρες σαν φυσικά παρούσες και διαθέσιμες να ανταποκριθούν στις ανάγκες των παιδιών τους. Αυτή η προκατάληψη έχει οδηγήσει τις εργαζόμενες μητέρες στο να θεωρούνται λιγότερο αφοσιωμένες στην οικογένεια, λιγότερο στοργικές και πιο φίλαυτες από τις μητέρες που μένουν στο σπίτι και έχουν ως μοναδική ευθύνη την ανατροφή και τη φροντίδα των παιδιών. Εξάλλου, η έρευνα επιβεβαιώνει την επικρατούσα αντίληψη ότι η απόδοση των εργαζόμενων μητέρων είναι λιγότερο ικανοποιητική καθώς αναμένεται ότι τα παιδιά θα επιδράσουν στην επίδοση της εργασία τους.

Σύμφωνα με την Oakley (1974), υπάρχει επίσης ο φόβος οι γυναίκες να «αρρενοποιηθούν» μέσα από την εργασία τους, καθώς γίνονται πιο επιθετικές και κυρίαρχες, γεγονός που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα το διχασμό ή την οριστική διάλυση της οικογένειας.

Στη σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία οι αλλαγές τείνουν να είναι πιο ορατές αλλά πραγματικά, παρά την «χειραφέτηση» και παρά τις θεσμικές και εργασιακές αλλαγές που βασίζονται στο φύλο, οι θεμελιώδεις διαφορές ανάμεσα στις εργασίες ανδρών και γυναικών επιμένουν να υφίστανται. Οι άνθρωποι διατηρούν ακόμα τον παραδοσιακό τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς. Κατά συνέπεια, οι παραδοσιακές αντιλήψεις και προκαταλήψεις συνεχίζουν να επηρεάζουν τις ευκαιρίες εργασίας και επαγγελματικής εξέλιξης των ανδρών και των γυναικών έτσι ώστε τα επαγγέλματα που θεωρούνταν παραδοσιακά γυναικεία τείνουν να παραμένουν έτσι, συνήθως με τη λογική εξήγηση ότι είναι κατάλληλα για τις γυναίκες. Συνεπώς τη γυναίκα θα την επηρεάσει η ανατροφή της ού­τως ώστε να μπορέσει να «εξοπλιστεί» για μια εργασία «γυναικείου» χαρακτήρα.

Η ανισορροπία του εργασιακού γοήτρου ανάμεσα στα δύο φύλα έχει οδηγήσει σε μισθολογικές ανισότητες, κάτι το οποίο έχει απασχολήσει τη νομοθεσία περί ίσης αμοιβής και πιο πρόσφατα τις κατευθυντήριες αρχές περί ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας ή «συγκρινόμενης αξίας».

Όμως, όλα αυτά δεν έχουν διασφαλίσει αυτόματα την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών. Αντίθετα, παραμένουν οι μισθολογικές διαφορές ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες. Παρά τις βελτιώσεις στη νομοθεσία και την προστασία των δικαιωμάτων τους, οι γυναίκες συνεχίζουν να είναι «πολίτες δεύτερης κατηγορίας» στο εργατικό δυναμικό όλων των χωρών του κόσμου (CEDAW).

Στα μέσα της δεκαετίας του 70, πραγματοποιήθηκε ένας αριθμός οικογενειακών-κοινωνιολογικών μελετών για την επαγγελματική εργασία των (παντρεμένων) γυναικών. Αφετηρία γι΄ αυτές τις έρευνες αποτέλεσε ο κοινωνικός ρόλος της γυναίκας μέσα στην οικογένεια που προϋποθέτει τα οικιακά καθήκοντα της γυναίκας και τη φροντίδα των μελών της οικογένειας (παιδιά και ηλικιωμένους).

Το βασικό ερώτημα που τέθηκε ήταν το εξής: Παρατηρώντας τους περιορισμούς που δημιουργούν οι οικογενειακές υποχρεώσεις, με ποιον τρόπο μπορούν οι γυναίκες να συμμετάσχουν στην αγορά εργασίας και ποιες είναι οι συνέπειες της επαγγελματικής εργασίας για τη θέση της γυναίκας στην οικογένεια. Μία μελέτη απόψεων/στάσεων ανάμεσα σε παντρεμένες γυναίκες έδειξε ότι οι γυναίκες που εργάζονται έξω απ’ το σπίτι ασκούν περισσότερη κριτική για την κατανομή των ρόλων στην κοινωνία ανάλογα με το φύλο.

Οι ευθύνες του γάμου και της οικογένειας δεν είναι πια δεδομένες και τα ζητήματα που αφορούν στην επαγγελματική εργασία δεν σχετίζονται πλέον άμεσα με το εάν η γυναίκα είναι παντρεμένη ή ανύπαντρη.

Ένας αξιόλογος αριθμός από μελέτες για την επαγγελματική εργασία των γυναικών έχουν ως αφετηρία τη «χειραφέτηση των γυναικών» και συγκλίνουν στην άποψη ότι οι εργασίες είναι άνισα κατανεμημένες μεταξύ των φύλων και πρέπει να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος. Οι παράγοντες που εμποδίζουν τις προσπάθειες για μια ισότιμη κατανομή θα πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω και κατά το δυνατόν να εξαλειφθούν.

Προβλήματα των εργαζομένων γυναικών

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, οι γυναίκες αποτελούσαν το 56% του εργατικού δυναμικού (HMSO, 1974).Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της αύξησης οφείλεται σε αύξηση του αριθμού των παντρεμένων γυναικών που εργάζονται. Στη Σουηδία, για παράδειγμα, το ποσοστό των εργαζόμενων παντρεμένων γυναικών αυξήθηκε από 16% σε 54% μεταξύ του 1950 και 1972 (Barrett, 1973), στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Η.Π.Α. το ποσοστό αυξήθηκε από περίπου ένα τέταρτο σε 42% σε κάθε επαρχία την ίδια χρονική περίοδο.

Ανάλογες τάσεις παρατηρούνται και σε άλλες χώρες κατά τη διαδικασία ανάπτυξης. Για παράδειγμα, μία έρευνα στα κορίτσια του γυμνασίου στη Σρι Λάνκα στις αρχές της δεκαετίας του ’70 έδειξε ότι το 89% προσδοκούσε να εξακολουθήσει να εργάζεται μετά το γάμο (UNESCO, 1975). Μία αυξανόμενα διεθνοποιημένη βιομηχανική αγορά έχει επηρεάσει την απασχόληση των γυναικών στις αναπτυσσόμενες χώρες. Στη Μαλαισία, για παράδειγμα, μεταξύ 1957 και 1970, το ποσοστό των γυναικών στην βιομηχανία εξαγωγών αυξήθηκε από 17% σε 29%. Στη Σιγκαπούρη, μεταξύ του 1970 και 1974,το ποσοστό συμμετοχής των γυναικών στη βιομηχανία αυξήθηκε κατά 118%, ενώ αντίστοιχα η συμμετοχή των ανδρών αυξήθηκε μόνο 36% καθώς το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης αυτής πραγματοποιήθηκε στις τέσσερις κύριες βιομηχανίες εξαγωγής ενδυμάτων, υποδημάτων, υφασμάτων και ηλεκτρονικών ειδών (wcundw, 19805).

Ένας επιπλέον παράγοντας που συνέβαλε στην αυξανόμενη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας σχετίζεται με την εγκατάσταση εργοστασίων πολυεθνικών εταιρειών σε αναπτυσσόμενες χώρες, για την παραγωγή καταναλωτικών προϊόντων και προϊόντων για εξαγωγή. Για παράδειγμα, μία μελέτη της απασχόλησης στις θυγατρικές εταιρείες της βιομηχανίας υφασμάτων και ενδυμάτων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας έδειξε ότι άνω του 90% είναι γυναίκες (Frobel et al. 1978). Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό για τις εντατικές βιομηχανίες, των οποίων η εγκατάσταση σε χώρες με χαμηλούς μισθούς αυξάνει την οικονομική βιωσιμότητα.

Σαφώς λοιπόν, ο τομέας των υπηρεσιών χαρακτηρίζεται έντονα από γυναίκες εργαζόμενες. Οι εργαζόμενες στη φροντίδα παιδιών, νοσοκόμες, οικιακοί βοηθοί, κομμώτριες, εργαζόμενες σε καθαριστήρια, υπάλληλοι καταστημάτων, υπηρετικό προσωπικό, εκκλησιαστικό προσωπικό, όλα αυτά τα επαγγέλματα περιλαμβάνουν μια συντριπτική αναλογία γυναικών. Αυτή η τάση επικράτησης των γυναικών σε ένα συγκεκριμένο τομέα, ή σε επαγγέλματα ενός συγκεκριμένου εργασιακού τομέα, είναι απλώς μία σύγχρονη παραλλαγή μιας παλιάς κατανομής εργασίας κατά φύλο. Σε πολλές αγροτικές χώρες, για παράδειγμα, οι άνδρες οργώνουν και σπέρνουν, ενώ οι γυναίκες μεταφυτεύουν και βοτανίζουν. Το γεγονός ότι στη Σουηδία το 80% των εργαζομένων γυναικών απασχολούνται σε επαγγέλματα, στα οποία τουλάχιστον τα δύο τρίτα του συνόλου του προσωπικού είναι γυναίκες, αποτελεί φαινόμενο που επαναλαμβάνεται παγκόσμια (Barrett, 1973). Μία ανάλυση 25 χωρών δείχνει ότι ορισμένα επαγγέλματα είναι σχεδόν πλήρως γυναικοκρατούμενα: Μερικά εμφανή παραδείγματα είναι οι γραμματείς, οι νοσοκόμες και τα παραϊατρικά επαγγέλματα, οι καθαρίστριες, ράφτες, μοδίστρες, όπου το 80% ή παραπάνω όλων των εργαζομένων (επί του μέσου όρου των 25 χωρών) είναι γυναίκες.

Μαζί με αυτό το διαχωρισμό μεταξύ των επαγγελμάτων, υπάρχει κι άλλος διαχωρισμός μέσα σε κάθε επάγγελμα. Ακόμα και σε κατεξοχήν γυναικεία επαγγέλματα, οι διοικητικές και εποπτικές θέσεις τις περισσότερες φορές κατέχονται από άνδρες. Για παράδειγμα, αν και το μισό εργατικό δυναμικό της βιομηχανίας τροφίμων της Τσεχοσλοβακίας είναι γυναίκες, λιγότερο από το 1 % των εργοστασίων επεξεργασίας τροφίμων (ένα σύνολο πέντε) είχαν διευθύντρια γυναίκα το 1973 (Scott, 1974). Στο Ηνωμένο Βασίλειο, αν και το 78% των δασκάλων του δημοτικού σχολείου ήταν γυναίκες το 1974, μόνο το 43 % των διευθυντών σχολείου σ’ αυτά τα σχολεία ήταν γυναίκες. Στη πρώην Σοβιετική Ένωση αν και το 70% των γιατρών ήταν γυναίκες, το 1970 οι μισοί από το ανώτερο ιατρικό προσωπικό ήταν άνδρες. Αυτή η συγκέντρωση γυναικών στη βάση της ιεραρχίας και των ανδρών στην κορυφή αναπόφευκτα επηρεάζει τα επίπεδα αμοιβών τους.

Ο βασικός περιορισμός της δυνατότητας των γυναικών για υψηλότερες αμοιβές – εκτός από το τεράστιο πρόβλημα του εργασιακού καταμερισμού, το οποίο διαιρεί την αγορά εργασίας σε «ανδρικά» και «γυναικεία» επαγγέλματα – οφείλεται στην ανάγκη των γυναικών να συνδυάσουν τη διπλή ευθύνη της οικιακής εργασίας και της αμειβόμενης απασχόλησης. Στη Δανία, το 46% των παντρεμένων γυναικών εργάζεται ενώ στις Η.Π.Α. το 56%.

Και σ’ αυτές τις γυναίκες δεν συγκαταλέγονται απαραίτητα νέες, άτεκνες γυναίκες, ή μητέρες που επιστρέφουν στην εργασία αφού έχουν μεγαλώσει τα παιδιά τους. Στη Σουηδία το 1974, το 57% των γυναικών με παιδιά κάτω των 7 ετών εργάζονταν, όπως και το 37% των Αμερικανίδων με παιδιά κάτω των 6 ετών (Barrett, 1973).

Γενικότερα, θα λέγαμε ότι παραμένει βαθιά ριζωμένη η αντίληψη ότι η οικιακή εργασία και η ανατροφή των παιδιών είναι μάλλον ευθύνη των γυναικών παρά των αντρών. Σε λίγες χώρες – για παράδειγμα στην Κίνα, την Κούβα, τη Σουηδία και την Αλβανία – ο καταμερισμός των οικιακών ευθυνών αποτελεί επίσημη πολιτική. Στην ανατολική Ευρώπη – όπου το ποσοστό του εργατικού δυναμικού που απαρτίζεται από γυναίκες είναι το υψηλότερο του κόσμου – είναι το κράτος που στοχεύει στο να αναλάβει μέρος του οικογενειακού φορτίου των γυναικών με την παροχή υπηρεσιών φροντίδας των παιδιών.

Το διπλό φορτίο για τις εργαζόμενες γυναίκες επηρεάζει όχι μόνο την πραγματική ικανότητα των γυναικών να συναγωνίζονται σε ίση βάση τους άντρες στην αγορά εργασίας – πρέπει να μοιράζουν το χρόνο τους σε ένα μεγαλύτερο αριθμό καθηκόντων απ’ ότι οι περισσότεροι άντρες – αλλά και τη θέση τους ως πιθανοί υπάλληλοι. Επειδή η σταθερή παραμονή στην εργασία αποτελεί πρόβλημα για τις περισσότερες γυναίκες, οι εργοδότες έχουν την τάση να φοβούνται ότι οι επενδύσεις στην εκπαίδευση τους δεν θα αποδώσουν. Επιπλέον, το γεγονός ότι τα έξοδα φροντίδας των παιδιών, ή ένα μέρος αυτών, χρεώνονται πάντα στον εργοδότη της μητέρας και όχι του πατέρα, αποτελεί ένα ακόμα εμπόδιο στην πρόσληψη παντρεμένων γυναικών.

Παρά το γεγονός ότι σε πολλές χώρες η αμειβόμενη άδεια μητρότητας σημαίνει ότι ένας αυξανόμενος αριθμός γυναικών έχουν σχετικά σύντομα διαλείμματα από την εργασία – μικρότερα από ένα έτος – οι εργοδότες εξακολουθούν να θεωρούν ότι οι γυναίκες υπάλληλοι «περνούν απλώς το χρόνο τους» έως ότου αρχίσει η ανατροφή των παιδιών.

Ένας επιπλέον διαρθρωτικός παράγοντας που αποβαίνει εις βάρος των γυναικών, είναι η χαμηλή συμμετοχή τους σε συνδικαλιστικές οργανώσεις. Για παράδειγμα, ενώ το 42% των Αμερικανών εργαζόμενων είναι γυναίκες, μόνο το 31 % είναι μέλη συνδικάτων (Raskin, 1977 στο wcundw, 1980b). Σε ηγετικό επίπεδο, η εκπροσώπηση των γυναικών είναι χαμηλή, ακόμα και σ’ εκείνα τα σωματεία όπου το ποσοστό των εργαζομένων γυναικών είναι υψηλό. Για παράδειγμα, μία έρευνα στη Νέα Ζηλανδία σε σωματεία έντεκα βιομηχανιών, στα οποία περισσότερα από τα μισά μέλη ήταν γυναίκες, έδειξε ότι μόνο το 6% των ηγετικών μελών και το 9% των τοπικών εκπροσώπων ήταν γυναίκες wcundw, 1980b).

Δεν είναι σύμπτωση ότι στα μέσα της δεκαετίας του 70 σε παγκόσμιο επίπεδο η ανεργία των γυναικών ήταν πολύ υψηλότερη από εκείνη των ανδρών σε όλες τις οικονομίες ελεύθερης αγοράς του αναπτυγμένου κόσμου.

  • Το θέμα των διαφορών υγείας ως προς το φύλο είναι πολύ μεγάλο, καθώς περιλαμβάνει ζητήματα όπως, διαφορές στη νοσηρότητα, διαφορές στην έρευνα, διαφορές στην προσβασιμότητα και στο επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών, την ιατρικοποίηση θεμάτων της αναπαραγωγικής διαδικασίας (WHO, 1998).
  • Το γενικό μοτίβο από όσες χώρες διαθέτουν στοιχεία είναι ότι οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερο μέσο όρο ζωής, αλλά ταυτόχρονα εμφανίζουν ή δηλώνουν υψηλότερη νοσηρότητα.
  • Στις ΗΠΑ σύμφωνα με το National Institute of Health (Meyerowitz & weidner,1998), σχεδόν στα δυο τρίτα τόσο των οξέων όσο και των χρόνιων αιτίων νόσησες, με εξαίρεση τον καρκίνο και τις διαταραχές ψυχικής υγείας, υπερτερούν οι γυναίκες.
  • Στα ίδια συμπεράσματα κατέληξε μια αντίστοιχη μελέτη στη Μεγάλη Βρετανία σύμφωνα με την οποία οι γυναίκες υπερτερούν σε προβλήματα όπως η κόπωση, οι δυσκολίες στον ύπνο κλπ.
  • Οι γυναίκες επισκέπτονται πολύ συχνότερα γιατρούς και υπηρεσίες υγείας, σε σύγκριση με τον ανδρικό πληθυσμό, κάτω από σχεδόν οποιαδήποτε συνθήκη.
  • Όσον αφορά την ψυχική υγεία, η «επικράτηση» των γυναικών είναι και εδώ σαφής και σίγουρα γνωστή. Οι γυναίκες εμφανίζουν ως και τρεις φορές συχνότερα συμπτώματα αγχωδών ή συναισθηματικών διαταραχών.
  • Έρευνα στον ελληνικό πληθυσμό, τόσο στο νεότερο (φοιτητικό), όσο και σε μεγαλύτερες ηλικίες, έχουν δείξει ότι οι γυναίκες δηλώνουν περισσότερα συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης, γενικής δυσφορίας, καθώς και χειρότερη αντίληψη της προσωπικής τους γενικής υγείας.
  • Οι γυναίκες αντιμετωπίζουν προβλήματα όταν επιφορτίζονται με τη φροντίδα των οικείων τους, ηλικιωμένων ατόμων ή πασχόντων από χρόνιες ασθένειες.
Ασπρούκος Ηλίας καταχωρήθηκε στις 2010-8-19 Κατηγορία: Γενικά Αρθρα

Γράψτε μία Απάντηση

(Ctrl + Enter)